Πνοὴ Φωτός: Το κοσμικό ταξίδι της ανθρώπινης ψυχής

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μία φιλοσοφική ερμηνεία της παράστασης Πνοή Φωτός από τη μελετήτρια της ελληνικής φιλοσοφίας και συγγραφέα Μαρία Μαραγκού, η οποία προσεγγίζει το έργο μέσα από το πρίσμα της αρχαίας ελληνικής κοσμοαντίληψης, της πλατωνικής φιλοσοφίας και της ορφικής παράδοσης.

Η εμβληματική παράσταση «Πνοὴ Φωτός» στον Ναό του Απόλλωνος της Αρχαίας Κορίνθου αποτύπωσε με έναν ιδιαίτερο συμβολικό τρόπο το κοσμικό ταξίδι της ψυχής, βασισμένη στις αρχές της ελληνικής φιλοσοφίας και κοσμοαντίληψης. Σε αυτό συνέβαλε πολύ και η ενδυματολογική επιλογή των κοστουμιών.

Η ανθρώπινη ψυχή, την οποία υποδυόταν η εξαιρετική Λυδία Κονιόρδου, παρουσιαζόταν ντυμένη με πορφυρούς χιτώνες, που δηλώνουν την ένσαρκη κατάσταση, την κλεισμένη μέσα σε σώμα ψυχή, το οποίο έχει αίμα.

Η Φωτεινή Παρουσία (το Φως), που αναδύεται μέσα στον ναό την ώρα που ο ήλιος γέρνει από πάνω του στο ηλιοβασίλεμα και την οποία υποδύεται η επίσης εξαιρετική Μαρία Παπαγεωργίου, φοράει πλούσιο χρυσαφί χιτώνα.

Γίνεται οδηγός της ανθρώπινης ψυχής, βγάζοντάς την από τη χαοτική κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει με την είσοδό της στο πεδίο γένεσης και φθοράς. Είναι ο ηλιακός της οδηγός, η φωνή της ανάμνησης, που θα της δείξει τον τρόπο να ανακαλύψει το «ἴδιον κάλλος» και να αναδείξει το λευκό φως μέσα της.

Το λευκό είναι το χαρακτηριστικό χρώμα των χιτώνων, με τους οποίους εξ αρχής καλύπτονται οι πέντε χορεύτριες, τα Φωτεινά Όντα, που ενσαρκώνουν τις θεῖες περιφορές, με τις οποίες πρέπει να συντονιστεί η ψυχή. Όσο αυτή αναζητά τον συντονισμό των δυνάμεών της με τις θεῖες περιφορές του παντός, από τις οποίες αποκόπηκε πέφτοντας στην ενσάρκωση, οι μορφές στροβιλίζονται όλο και πιο γρήγορα, δηλωτικό της πορείας της εσωτερικής ανάβασης.

Από το Λεξικό του Δημητράκου μεταξύ άλλων βρίσκουμε: λευκός < λύκη (= φως, που γειτνιάζει με το σκότος) και ότι το επίθετο αυτό χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο στην περιγραφή της καθαρότητας και της ηρεμίας του υδάτινου στοιχείου. Υγρής φύσεως, όμως, είναι το συναίσθημα, γι’ αυτό εκδηλώνεται με δάκρυ. Οπότε το λευκό χαρακτηρίζει το εξαγνισμένο και γαλήνιο κέντρο καρδιάς, το οποίο αποτελεί και την έδρα της ψυχής. Θα λέγαμε ότι με το επίθετο «λευκός» δηλώνεται η διαφύλαξη της καθαρότητας της ουσίας και του αμόλυντου από την κακότητα της ύλης.

Πέφτοντας από τα αιθερικά πεδία στην ύλη, η ανθρώπινη ψυχή χάνει το μέτρο, εισερχόμενη στο θορυβώδες πλήθος της γέννησης. Η Δελφική επιταγή του Απόλλωνος, όμως, είναι «Μηδὲν ἄγαν», τίποτα σε υπερβολή, η κατάκτηση δηλαδή του μέτρου (μετὰ ὁρίου).

Η χαμένη μέσα στο πολυτάραχο πεδίο της γέννησης και της φθοράς ανθρώπινη ψυχή ζει μέσα στις σκιές και τα είδωλα, που νομίζει ότι είναι ο εαυτός της. Μέσα στην ιερή γαλήνη του Ναού αναζητά τη σύνδεση με τον αγαθό της δαίμονα, το συνοδευτικό της πνεύμα, για να «ἀνα-πνεύσει» από την κακότητα και να κάνει πράξη την ευχή των Ελευσινίων μυστών:

«Κύκλου τ’ ἂν λήξαι καὶ ἀναπνεῦσαι κακότητος.»
(Πρόκλος, Ὑπόμνημα εἰς τὸν Τίμαιον Πλάτωνος, 5.297.10)

Για τον σκοπό αυτό γίνεται επίκληση του Φωτός, με την απαγγελία του Ορφικού Ύμνου του Απόλλωνος, του Εναρμονιστή Θεού, που είναι «ἑνοποιός» και συνέχει όλη τη δημιουργία. Ερμηνευτές και κοινό συντονίζονται με έναν κοινό βηματισμό, κοινή αναπνοή, κοινό ρυθμό. Η πορεία φωτισμού της ψυχής γίνεται τώρα συλλογική εμπειρία, καθώς η ολόφωτη σελήνη προβάλλει πίσω από τον Ναό.

Η ένσαρκη ανθρώπινη ψυχή (η Λυδία Κονιόρδου) εμφανίζεται στην Κρήνη της Γλαύκης και η ατομική φωνή ενώνεται με τη χορωδία των παιδιών, που εκφράζουν την αγνότητα.

Σύμφωνα με το Λεξικό του Δημητράκου, γλαυκός είναι ο λαμπερός, ο κυανούς, ο γαλανός, ο γαλάζιος, εξ οὗ και «γλαυκὴ θάλασσα», ενώ μεταφορικά σημαίνει και αυτός που με το ήρεμο φως ή χρώμα του γεννάει στην ψυχή γαλήνη. Άρα το γλαυκός ανάγει στη γαλανή και αστραφτερή θάλασσα, αλλά και στο γαληνεμένο συναίσθημα όταν η ψυχή λάμπει με το φως της αρετής.

Το Απολλώνιο Φως διαχέεται μέσα στην καρδιά και τον νου και ενώνει όλες τις ψυχές, διαλύοντας τα σκοτάδια της άγνοιας και των αρνητικών συναισθημάτων. Είναι το Ανέσπερο Φως, που συνυφαίνει τις ψυχές με τη φύση και την κοσμική δημιουργία.

Το τέλος της παράστασης είναι και το τέλος της διαδρομής της ψυχής, του περάσματός της από την ύλη που καταλήγει στον φωτισμό της και την ένταξή της στη Συμπαντική Φιλότητα, δηλώνοντας ότι:

ΕΝ ΤΟ ΠΑΝ!

Κείμενο: Μαρία Μαραγκού